Κομοτηνή:Μένουμε Ελλάδα

Ο Χαράλαμπος έψαχνε δύο χρόνια για δουλειά. Έστειλε βιογραφικά, χτύπησε πόρτες , ζήτησε εργασία σε γνωστούς αλλά και άγνωστους. Κανείς δεν του έδωσε τα δύο αυτά χρόνια την ευκαιρία να εργαστεί. «Είναι δύσκολο σήμερα να εργαστείς κάπου» δηλώνει ο ίδιος και προσθέτει «το ήξερα, το έβλεπα, το βλέπω ακόμη και σήμερα. » δηλώνει σε ένα διάλειμμα της δουλειάς που κατάφερε τελικά να βρει, σε μια οικογενειακή επιχείρηση. Εκείνος και τα αδέρφια του σε ένα συνοικιακό παντοπωλείο.

«Με κράτησε μόλις την τελευταία στιγμή η πρόταση των αδερφών μου. Είχα αποφασίσει να μεταναστεύσω» δηλώνει σήμερα και σπεύδει να απαντήσει στο ερώτημα πού; «Στη Γερμανία, στο Αμβούργο. Είχα βρει μια δουλειά με περισσότερο μισθό, με σπίτι και διατροφή εξασφαλισμένη, αλλά τελευταία στιγμή έμεινα εδώ» απαντά και στο σχόλιο μας, ότι «μάλλον δεν θέλετε να αποχωριστείτε την Ελλάδα» απαντά: “Καθόλου! Σαν την Ελλάδα δεν υπάρχει, να λέμε την αλήθεια. Η Ελλάδα είναι μια και μοναδική, μπορεί να περνάμε δύσκολες στιγμές, δύσκολα χρόνια, όμως, κανείς δεν θέλει να εγκαταλείψει την Ελλάδα, έχω την εντύπωση πως η Ελλάδα τους διώχνει όλους με όσα συμβαίνουν. ”

Παίρνει μερικές ανάσες πριν επιστρέψει και πάλι στα καθήκοντά του. «Ποια είναι τα σχέδια σας; τι όνειρα έχετε;» τον ρωτάμε και σημειώνει «να βρω μια δουλειά σταθερή, να δουλεύω, να φτιάξω την ζωή μου εδώ, μια οικογένεια, όπως κάθε άνθρωπος, να μην σκέφτεται αύριο μεθαύριο τι θα γίνει. Μακάρι να είναι όλα για όλον τον κόσμο όπως ήταν παλιά, πριν την Κρίση. » Εξακολουθεί να ονειρεύεται, να σχεδιάζει, να ανταμώνει με φίλους, άλλωστε όταν «πέφτει» η ψυχολογία του, όπως λέει, στους φίλους και στα αδέρφια του στηρίζεται πάλι για να «ανέβει». «Παίρνω δύναμη, βλέπω ότι υπάρχουν και χειρότερα, από όσα εγώ περνάω και λέω στον εαυτό μου: «Είμαι καλά, μπορώ να κρατηθώ στα πόδια μου» και μένω εδώ.»

Απάντηση