Από την προφητεία του Κακιούζη… βάλτο αγόρι μου!

Είναι από τις διοργανώσεις που σε μερικά χρόνια θα ρωτάμε «ποιον νικήσαμε στον τελικό του 2005;» και οι περισσότεροι θα απαντούν «τη Γαλλία». Είναι απ’ αυτές που η πλειοψηφία θα μπερδεύει τον τελικό με τον ημιτελικό, για τον απλούστατο λόγο πως η περιβόητη σκηνή του «Βαλ το αγόρι μου» μοιάζει με την αύρα και τη δύναμη που είχαν οι βολές του Αργύρη Καμπούρη το 1987.

Σαν σήμερα λοιπόν, 10 χρόνια ακριβώς πριν, η Ελλάδα ανέβαινε για δεύτερη φορά στο υψηλότερο σκαλί του βάθρου, νικώντας στον μεγάλο τελικό του Βελιγραδίου την Γερμανία (και όχι τη Γαλλία…) σ’ έναν τελικό που θα μπορούσε να μείνει στην ιστορία ως η ευκολότερη αποστολή του ελληνικού μπάσκετ…
Οι «Μασονικές» Ρετρό ιστορίες λοιπόν ανατρέχουν στο κοντινό – για τη μνήμη των μπασκετικών – 2005, αναπολούν τις στιγμές εκείνες και θυμίζουν περιστατικά που ζήσαμε και μπορεί να πέρασαν στα ψιλά.

Υπήρχε και Ελληνας που ήταν στο γήπεδο και δεν είδε τον ημιτελικό!

Εκατομμύρια στην τηλεόραση, εκατοντάδες στο Βελιγράδι, αλλά υπήρχε και Ο Ελληνας που έβαλε το… πρέπει του πάνω από το θέλω του. Το «πρέπει» ήταν το γούρι του και ο αείμνηστος Γιώργος Κολοκυθάς θα μείνει αξέχαστος στην αποστολή, καθώς ήταν ο μόνος που αρνήθηκε να δει το συγκλονιστικό φινάλε με τους Γάλλους. Ο τότε γενικός αρχηγός της Εθνικής ομάδας, μην αντέχος την πίεση, την αγωνία και θέλοντας να κρατήσει τα γούρια, έφυγε από το γήπεδο στο ημίχρονο και άρχισε να περιπλανιέται στους δρόμους του Βελιγραδίου. Πήγε στη γέφυρα του ποταμού Σάβα, που βρισκόταν κοντά στο γήπεδο και επέστρεψε μετά τη λήξη του ημιτελικού, συνειδητοποιώντας την πρόκριση από τους έξαλλους πανηγυρισμούς των Ελλήνων φιλάθλων.

Η προφητεία του Μιχάλη Κακιούζη

Ο Γιαννάκης αργότερα το βάπτισε το «αλάθητο ένστικτο του αθλητή», άλλοι το απέδωσαν στη τύχη, άλλοι στη νοοτροπία και τη φιλοσοφία που επικρατούσε σε μια ομάδα πρωταθλητών. Οπως και να ‘χει, ο τότε αρχηγός Μιχάλης Κακιούζης «έγραψε» ιστορία με την προφητεία για την κατάκτηση του χρυσού μεταλλίου. Πριν από την αναχώρηση για το Βελιγράδι, ο Κακιούζης είχε δηλώσει ορθά – κοφτά: «Στόχος; Εννοείται πως πάμε για το χρυσό! Και δεν κάνω πλάκα…».

Οι συμπαίκτες του τον κοιτούσαν καλά – καλά, οι δημοσιογράφοι άλλο τόσο, τα μέλη της ΕΟΚ θαύμαζαν το θάρρος τους, αλλά δεν έβαζαν το χέρι τους στη φωτιά, αλλά ο αρχηγός δικαιώθηκε απόλυτα στις 25 Σεπτεμβρίου. Σήκωσε την κούπα στο Βελιγράδι και είχε να πει πολλά στους συμπαίκτες του που τον έβγαλαν τρελό.

Πού είναι η μπάλα και τα διχτάκια;

Να ‘χεις κατακτήσει το χρυσό μετάλλιο σε Eurobasket και να… χάνεις την μπάλα και τα διχτάκια των καλαθιών. Κι όμως, παραλίγο να συμβεί… Πρώτα απ’ όλα, την μπάλα του μεγάλου ημιτελικού με την Γαλλία, το παιχνίδι δηλαδή που έκρινε τα πάντα, φρόντισε να… αρπάξει ο τότε τιμ μάνατζερ της ομάδας Νίκος Φιλίππου, ο οποίος έσπευσε μετά τον αγώνα να συγκεντρώσει σ’ αυτήν όλες τις υπογραφές των παικτών. Τα διχτάκια αναζητήθηκαν μετά το τέλος του τελικού, κατά βάση από τον Θοδωρή Παπαλουκά, μέχρι που ανακάλυψε ότι είχαν κάνει… φτερά.

Ο «Τεό» είχε μπει ανήσυχος στα αποδυτήρια, ψάχνοντας το λάφυρο, αλλά τη λύση είχε δώσει ο Στράτος Κωσταλάς, φίλος του Παναγιώτη Γιαννάκη και άνθρωπος του μπάσκετ. Είχε φροντίσει να τα κρατήσει στην κατοχή του και μετά τον αγώνα έσπευσε να τα παραδώσει στους νικητές και προσωπικά στον ομοσπονδιακό τεχνικό.

Πώς έμαθε ο Μπουρούσης να πίνει σαμπάνια

Ο θρίαμβος είχε ολοκληρωθεί και η Εθνική έπρεπε να γιορτάσει. Υπό τους ήχους του We are the Champions και με τους… γνωστούς Υμνους να παίζουν εναλλάξ, οι διεθνείς και οι δεκάδες Ελληνες φίλαθλοι γιόρτασαν το βράδυ του τελικού, με τον Λάζαρο Παπαδόπουλου να κάνει μαθήματα… ενηλικίωσης στον τότε πιτσιρικά Γιάννη Μπουρούση. Οι συμπάνιες, τα ποτά έδιναν κι έπαιρναν, μέχρι που ο «Λάζος» προσπάθησε να εξηγήσει στον Γιάννη πώς πίνεται η σαμπάνια…

«Κοίτα να δεις πώς πίνουν οι πραγματικοί άντρες» του είπε πάνω στο τσακίρ κέφι, άρπαξε το μπουκάλι που είχε τη μισή ποσότητα κι άρχισε να το κατεβάζει «άσπρο πάτο». Λίγα λεπτά αργότερα ο «Λάζος»… έψαχνε καρέκλα να κάτσει, έχοντας βεβαίως βαρέσει κόκκινο, αλλά εξηγώντας στον Μπουρούση πώς… πίνουν οι άντρες την σαμπάνια.

Ναι, ο Διαμαντίδης ήταν έτσι από μικρός

Πάντα ντροπαλός, πάντα χαμηλών τόνων, ο Δημήτρης Διαμαντίδης είχε το… μικρόβιο του αντί-σταρ από τα πρώτα χρόνια της καριέρας του. Ανέκαθεν ξαφνιαζόταν με πράγματα που σ’ αυτόν έμοιαζαν φυσιολογικά, αλλά για τους δημοσιογράφους αποτελούσαν «είδηση». Κάπως έτσι πήρε την… κρυάδα, όταν το βράδυ του τελικού, κατά την επιστροφή της ομάδας στο ξενοδοχείο είσε τη μητέρα του σε κάποιο τηλεοπτικό κανάλι να μιλάει για το γιο της! «Μα που τη βρήκαν;» αναφώνησε και βεβαίως οι πιο έμπειροι του έδωσαν την απάντηση και την εξήγηση για το τι συμβαίνει, όταν οι δημοσιογράφοι ξαμολούνται για να ανακαλύψουν συγγενείς πρωταθλητών.

Πόσο ήσουν το ’87 είπαμε;

Πού να το ‘ξερε ο Νίκος Ζήσης, όταν σε ηλικία 4 ετών έπαιρνε… μυρωδιά πρωταθλητών πώς θα έφτανε η ώρα που επαναλαμβάνε το κατόρθωτα των ινδαλμάτων του και μάλιστα μ’ έναν εξ αυτών να τον καθοδηγεί από τον πάγκο. Κι όμως, με τη λήξη του τελικού, ο Ζήσης αφιέρωσε το χρυσό μετάλλιο στον αδικοχαμένο αδελφό του που είχε φύγει από τη ζωή δύο χρόνια νωρίτερα και προσπάθησε να θυμηθεί τι έκανε το 1987, όταν σε ηλικία 4 ετών η Εθνική με τον Παναγιώτη Γιαννάκη βρισκόταν στην κορυφή της Ευρώπης.

Κι αν ο Ζήσης ήταν τεσσάρων, υπήρχαν κι αυτοί που ήταν ακόμη μικρότεροι, ενώ  στην 12άδα  ήταν και αρκετοί μεγαλύτεροι και σίγουρα θα θυμούνταν περισσότερα πράγματα… Εχουμε και λέμε: Παπαλουκάς 10 ετών το ’87, Σπανούλης πέντε, Μπουρούσης τέσσερα, Βασιλόπουλος τρία, Φώτσης έξι, Χατζηβρέττας 10, Ντικούδης επίσης 10, Τσαρτσαρής οκτώ, Διαμαντίδης επτά, Παπαδόπουλος επτά και Κακιούζης 11.

Η ιστορία του «Βάλ΄το αγόρι μου»…

Το κείμενο του Βασίλη Σκουντή στο gazzetta στις 9 Σεπτεμβρίου του 2013 τα περιγράφει όλα και το παραθέτω αυτούσιο:
«Η ιστορία του «Βάλ’ το αγόρι μου» είναι όντως ενδιαφέρουσα και πάντως δεν υπήρξε προϊόν παρθενογένεσης! Η ατάκα βγήκε ασυναίσθητα εκείνη τη στιγμή και χωρίς προσχεδιασμό, ενώ –για να είμαι ειλικρινής- όχι μόνο  δεν κατάλαβα, αλλά ούτε καν υποψιάστηκα εκείνη τη στιγμή τον θόρυβο που θα προκαλούσε. Άρχισα να καταλαβαίνω τι είχα πει, αργά το βράδυ, έξω από το γήπεδο, μετά το τέλος της ζωντανή σύνδεσης της ΕΡΤ (από το Βελιγράδι στα στούντιο της Αγίας Παρασκευής), με την παρουσία του Διαμαντίδη και του Κακιούζη, όπου μάλιστα κάποιος Ελληνας φίλαθλος ήρθε -ενώ βρισκόμασταν στον αέρα – και μου φόρεσε μια περικεφαλαία!

Παρεμπιπτόντως αυτή τη σκηνή τη συγκράτησε και τη σχολίαζε γελώντας μετά από  τρεις μέρες, στο Μέγαρο Μαξίμου, όπου δέχθηκε την αποστολή, ο τότε πρωθυπουργός Κώστας Καραμανλής! Ομολογώ πως δεν θυμόμουν καν τι είχα πει αλλά άρχισαν να βαράνε τα τηλέφωνα και όταν πλέον ηρέμησα, τότε το μυαλό μου γύρισε έντεκα χρόνια πίσω: στον προημιτελικό του Μουντομπάσκετ του 1994 στο Τορόντο, ανάμεσα στην Εθνική και στον Καναδά (74-71). Στην τελευταία φάση εκείνου του συναρπαστικού ματς, που το μετέδιδα μαζί με τον Γιάννη Καραλή, ο Φάνης Χριστοδούλου έκλεψε την μπάλα από τον Ρίκι Φοξ, την έσπρωξε μπροστά στον αιφνιδιασμό και όταν την πήρε ο Παναγιώτης Φασούλας και πήγε να την καρφώσει, για να σφραγίσει τη νίκη και την πρόκριση στην τετράδα, φώναξα «Βάλ’ το αγόρι μου να τελειώνουμε»!

Στην πραγματικότητα, το «Βάλ’το αγόρι μου Νο 2» δεν είναι τίποτε άλλο από την προσευχή μου, που αντί να την πω χαμηλόφωνα, τη φώναξα με όση δύναμη είχα.
Συν τοις άλλοις, στην ατάκα του ημιτελικού στο Βελιγράδι δεν ακούγεται πουθενά το όνομα του δράστη: Με το που αρχίζει η ελληνική επίθεση, λέω το όνομα του Ζήση, μετρώ αντίστροφα τα δευτερόλεπτα (από τα επτά και κάτω)  αναρωτιέμαι ποιος, φωνάζω «Βάλ’ το αγόρι μου» και μόλις ευστοχεί ο Διαμαντίδης ακούγεται η επιβεβαίωση από τον Δημήτρη Χατζηγεωργίου («το ‘βαλε, το ‘βαλε») και  όταν στη συνέχεια παίρνει την μπάλα ο Ριγκοντό για την τελευταία επίθεση των Γάλλων, αντί να πω το όνομα του, επίτηδες φωνάζω «Γιοβάισα όπως τότε».

Ο λόγος είναι απλός: επικαλέστηκα το όνομα του παλαίμαχου Λιθουανού φόργουορντ, που είχε κάνει το τελευταίο σουτ στην εκπνοή του τελικού του 1987 (Ελλάδα-Σοβιετική Ένωση 103-101) μόνο και μόνο για να…γκαντεμιάσω τον Ριγκοντό! Από την ένταση της μετάδοσης έκλεισε εντελώς η φωνή μου και το πρωί, που πήγα να πω «καλημέρα» έπαθα σοκ. Αρχισα αμέσως τη… θεραπεία με αυγά και μέλια και ίσα ίσα που πρόλαβα να αρθρώσω λίγες κουβέντες στον βραδινό τελικό!».

Το μεγαλύτερο standing ovation της ιστορίας

Υπήρχε ο πραγματικός νικητής που ήταν η Ελλάδα, υπήρχε κι ένας επιπλέον ηθικός νικητής σε εκείνο το τουρνουά κι αυτός δεν ήταν άλλος από τον σπουδαίο Ντιρκ Νοβίτσκι που έζησε το μεγαλύτερο standing ovation σε ευρωπαϊκό γήπεδο. 20.000 άνθρωποι, Ελληνες, Σέρβοι, Γερμανοί και κάθε λογής φίλος του μπάσκετ, σηκώθηκε από την καρέκλα του και αποθέωσε τον μεγάλο Γερμανό, όταν ο Ντιρκ Μπάουερμαν πέταξε λευκή πετσέτα και τον απέσυρε για το χειροκρότημα. Επί τρία και πλέον λεπτά το γήπεδο όρθιο απέδωσε τις ανάλογες τιμές στον Νοβίτσκι που ίσως να γνώρισε μεγαλύτερη αποθέωση και από τους νικητές.

Η πορεία μέχρι το «Βαλ το αγόρι μου»

Ο δρόμος για την κορυφή άρχισε στις 16 Σεπτεμβρίου. Ανετη νίκη επί των Γάλλων (64-50) για τον Γ’ όμιλο της διοργάνωσης και για… προσγείωση η ήττα από τους Σλοβένους με 68-56 στη 2η αγωνιστική. Η Βοσνία ήρθε σαν… χάπι την κατάλληλη στιγμή (67-50) και ξεκινήσαμε τη φάση των νοκ – άουτ με πρώτο αντίπαλο το Ισραήλ. Η ελληνική ομάδα επικράτησε με 67-61 και εξασφάλισε την πρόκριση για τα προημιτελικά όπου καλούνταν να αντιμετωπίσει τον Κιριλένκο και την παρέα του.

Με το ίδιο περίπου σκορ (66-61), η Ελλάδα πήρε το εισιτήριο για την τελική 4άδα και στις 24 Σεπτεμβρίου ήταν η σειρά της Γαλλίας, σ’ ένα παιχνίδι που έμεινε στην ιστορία ως η «ανατροπή της 20ετίας». Το τρίποντο του Διαμαντίδη σχεδόν στη λήξη, μετά την πάσα του Ζήση, διαμόρφωσε το 67-66 και ουσιαστικά η Ελλάδα καπάρωσε το χρυσό, αφού ο τελικός ήταν σαφώς ευκολότερος από τον προημιτελικό και τον ημιτελικό. Στις 25 Σεπτεμβρίου λοιπόν η Εθνική ανεβαίνει για δεύτερη φορά στο πρώτο σκαλί του βάθρου, νικώντας την Γερμανία με 78-62.

Για την ιστορία, τους ελληνικούς πόντους στον τελικό σημείωσαν:Ελλάδα (Γιαννάκης): Ζήσης 13, Παπαδόπουλος, Κακιούζης 11(2), Φώτσης, Ντικούδης 8, Σπανούλης 1, Διαμαντίδης 2, Παπαλουκάς 22(3), Χατζηβρέττας 8(2), Τσαρτσαρής 9, Βασιλόπουλος, Μπουρούσης 4.

πηγή: @gazzetta_gr 

Απάντηση