Ο Διόνυσος

γράφει η Άννυ Μαχαιροπούλου…
Παρακολουθούσα​ εχθές το βράδυ τα λεωφορεία από και προς Ξάνθη που έφταναν δύο- δυο και ανά 10 λεπτά. Οι πόρτες άνοιγαν κι από μέσα ξεχύνονταν άνθρωποι- κοτόπουλα, αρκουδοειδή πλάσματα σε κίτρινο, φούξια, κόκκινο χρώμα, κορίτσια απροσδιόριστης στολής με τούλια κι αγόρια της ίδιας στολής με τούλια, καουμπόισσες, μερικοί Μίκυ και Μιννυ, όλοι με την εξάντληση φανερή στο πρόσωπο τους από το ξεφάντωμα της ημέρας. Κάποιοι έσερναν κυριολεκτικά τα πόδια τους. Σκορπίζονταν ήσυχα, με λίγες λέξεις και χαμόγελα στους δρόμους της επιστροφής.

Γι’ αυτο μ’αρεσουν οι απόκριες: ολη αυτή η εικόνα που χτίζουμε επιμελώς για χρόνια, (πλαστή κι αυτή στην ουσία), η σοβαρότητα της καθημερινότητας, η τυπικότητα της εικόνας μας, απο τα ρούχα ως την συμπεριφορά μας, κάνει μια ρωγμή την ημέρα της Αποκριάς. Νομιμοποιημένη ρωγμή άλλα ρωγμή. Η σοβαροφάνεια μας τσαλακώνεται και χλευάζεται.Κι αυτο μ’αρεσει!

Και κάτι άλλο. Όλα αυτά τα πρόσωπα, τα κουρασμένα κι εξαντλημένα, έλαμπαν! Ηταν μ’ εναν περίεργο τρόπο, πλήρη. Και με ικανοποιεί οτι ο Διόνυσος ακόμα μας ευλογεί με την χάρη του.

Απάντηση