Στάσου πλάι μου

Τα τελευταία χρόνια ολοένα και περισσότεροι ηλικιωμένοι στην Κομοτηνή ζουν χάρη στις φροντίδες γυναικών από τη Βουλγαρία. Μετανάστριες, που εγκατέλειψαν τις πόλεις και τα χωριά τους αναζητώντας μια καλύτερη τύχη. Στην Κομοτηνή δεν είναι λίγες εκείνες οι περιπτώσεις παιδιών που έχουν εναποθέσει την φροντίδα και την φύλαξη των γονιών τους στα χέρια τους. Κι εκείνες κάνουν ό,τι καλύτερο μπορούν για να συνεχίσουν, όπως λένε, να έχουν δουλειά.

Συναντήσαμε την Κατερίνα, την Ραϊνα και την Ντεταλίνα, μετανάστριες από το Κίρτζαλι, το Σμόλιαν και το Μότζιλνταρ να κάθονται σε ένα παγκάκι και να συνομιλούν χαμηλόφωνα. «Δεν έχουμε λεφτά να δίνουμε κάθε μέρα για καφέ, οπότε καθόμαστε εδώ και τα λέμε για λίγο» μας είπαν αργότερα όταν άρχισαν σιγά –σιγά να ανοίγονται και να «ξετυλίγουν» το «κουβάρι» της δικής τους ιστορίας. Και οι τρεις προσέχουν ηλικιωμένους οι ποίοι αντιμετωπίζουν σοβαρά προβλήματα με την υγεία τους. Φροντίζουν για την καθαριότητα του σπιτιού, αλλά και για τη σίτισή τους.

Μένοντας έξι, οκτώ και δέκα χρόνια στην Ελλάδα έχουν μάθει αρκετά καλά τα ελληνικά, ώστε να μπορούν να συνεννοηθούν για τα βασικά. «Από την τηλεόραση, ό,τι ακούμε» δηλώνει η Ραϊνα και προσθέτει πως πότε –πότε βοηθούν και τα αφεντικά. Άφησε το σπίτι της στο Κίρτζαλι και τα δύο της παιδιά να σπουδάζουν. Με το επάγγελμα της μοδίστρας δεν μπορούσε να τους προσφέρει τα απαραίτητα κι έτσι βρέθηκε στην Κομοτηνή. Η Ντεταλίνα φροντίζει έναν παππού με Αλτσχαιμερ. Οκτώ χρόνια στην Ελλάδα υπήρξαν στιγμές που χρειάστηκε να ψάξει πολύ για να βρει μια δουλειά. Τώρα τις νύχτες μένει ξάγρυπνη γιατί ο άρρωστος παππούς δεν μπορεί να κοιμηθεί. Παίρνει 400 ευρώ το μήνα και ξεπληρώνει τα χρέη της στη Βουλγαρία.

«Έχω τη μαμά μου άρρωστη, αλλά μένω εδώ στην Κομοτηνή και προσέχω μια ηλικιωμένη. Αφήνω το δικό μου πρόβλημα στην άκρη και προσπαθώ να είμαι καλή με την γυναίκα που φροντίζω. Δεν μπορεί να φάει και την ταΐζω ψίχουλο –ψίχουλο. Όσο περισσότερο ζήσει, τόσο καλύτερα για μένα, πού να ψάχνω πάλι για να βρω δουλειά» δηλώνει η Κατερίνα. Καθαρίζει, πλένει, μαγειρεύει και μένει μαζί με μια γυναίκα που δεν μπορεί ούτε καν να της μιλήσει. Κάθονται ακόμη λίγο στο παγκάκι κι ύστερα παίρνουν το δρόμο της επιστροφής η κάθε μια για διαφορετικό σπίτι. «Πρέπει να έχεις υπομονή και γερή ψυχή για να αντέξεις. Μέχρι πότε όμως; » λέει η Κατερίνα, χαμογελά πικρά και σηκώνοντας το χέρι μας αποχαιρετά.

Απάντηση