Ζωή στο δρόμο…

Καθημερινά με τους φίλους του περιμένει στο ίδιο στέκι. Εκεί στην άκρη του δρόμου κυλούν οι ώρες με την προσδοκία ενός μεροκάματου. «Τα χάλια μας τα βλέπεις» λέει ο κύριος Γιάννης και χαμηλώνει πάλι το βλέμμα του. Τα μέλη της υπόλοιπης παρέας δεν έχουν όρεξη για κουβέντες. «Και να τα πούμε, θα αλλάξει κάτι; Αναρωτιέται ένας από την παρέα του» Εκείνος πάλι σηκώνει το κεφάλι και προσθέτει «η φτώχεια είναι πρόβλημα, δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτα.»

Στα 63 του χρόνια χρειάστηκε να αλλάξει πολλές δουλειές στην προσπάθειά του να βρει ένα μεροκάματο, σιδεράς, λευκοσιδηρουργός, εργάτης σε οικοδομές, σε αγροτικές καλλιέργειες. «Δεν υπάρχει δουλειά που να μην την έχω κάνει» λέει και σπεύδει να προσθέσει «τώρα έχουμε σηκώσει τα χέρια. Τελειώσαμε! Δεν έχουμε παρόν, πώς θα έχουμε μέλλον;» Η τελευταία φορά που έκανε μεροκάματο ήταν πριν τριάντα μέρες. Από τότε τίποτα.

Απογοητευμένος από την καθημερινότητα δεν κρύβει πως από το μυαλό του περνούν συχνά μαύρες σκέψεις. «Δεν είναι ζωή αυτή που κάνουμε. Ζούμε σαν πεθαμένοι. » Ζει μόνος. Δεν έχει από πού να κρατηθεί. Μένει στην πιο υποβαθμισμένη γειτονιά της Κομοτηνής. Σε μια παράγκα που έστισε με τα δυό του χέρια. Κάθε που βραδιάζει, όταν δεν τον κρατούν άλλο τα πόδια του, πηγαίνει εκεί. Και το επόμενο πρωινό παίρνει ξανά τους δρόμους με την ελπίδα ενός μεροκάματου.

Απάντηση