Η κυρία Άρτεμις

Η Άρτεμις Μπακιρτζή γεννήθηκε στις Σάπες το 1937 από γονείς πρόσφυγες, ήταν η μικρότερη κόρη μιας πολύτεκνης οικογένειας. Οι πρόσφυγες γονείς της δεν γνώριζαν την ελληνική γλώσσα, έτσι, μέσα στο σπίτι, μιλούσαν τουρκικά προσπαθώντας να ορθοποδήσουν και πάλι. «Αγωνίστηκαν και κουράστηκαν πολύ» δηλώνει και δάκρυα κυλούν στα μάτια της όταν θυμάται τα αγαπημένα της πρόσωπα που έφυγαν από τη ζωή. Παιδί ακόμη έβλεπε τον αγγειοπλάστη πατέρα της να αγωνίζεται και τα αδέρφια της να κουράζονται στο πλευρό τους. «Τα αδέρφια μου είχαν καταστήματα στην αγορά των Σαπών» δηλώνει και ρίχνει μια ματιά γύρω της, στον τόπο που πέρασε τα περισσότερα χρόνια της ζωής της.

Από την Κιουτάχεια στις Σάπες
Οι γονείς μας πάντα μας διηγιόταν πώς περνούσαν στην Κιουτάχεια το ‘ 22. Από την Κιουτάχεια ο πατέρας μου βρέθηκε στη Δαμασκό, από εκεί στον Πειραιά και ρωτώντας έφτασε στην Ξάνθη αναζητώντας την αρραβωνιαστικιά του. «Την βρήκε τελικά στις Σάπες, εκεί στέριωσε. Άρεσε την περιοχή γιατί βρήκε και μουσουλμάνους που του θύμιζαν τον τόπο του. Ύστερα η αγγειοπλαστική περνούσε ακόμη, είχαν ζήτηση τα προϊόντα του. Ο κόσμος τότε κουβαλούσε το νερό με τις στάμνες» δηλώνει και μιλά για τους γονείς της «22 χρονών παιδιά πήραν το δρόμο της προσφυγιάς. Κάθε φορά που μιλούσαν για την πατρίδα έκλαιγαν. Έμεναν σε σπίτια μουσουλμάνων αρχικά. Μετά, τους έδωσαν οικόπεδα για να χτίσουν. Όποιος ήταν άξιος κι εργατικός, προχώρησε έστησε ξανά τη ζωή του. Τότε δεν φοβόταν ούτε το γάμο, ούτε και τα παιδιά. Έκαναν πολύτεκνες οικογένειες.»

Οι πρόσφυγες ενίσχυσαν τον τόπο
Όσον αφορά στην συνολική συνεισφορά των προσφύγων στον τόπο η κα Άρτεμις δηλώνει πως «Φυσικά κι ενίσχυσαν τον τόπο, όλοι είχαν επαγγέλματα. Γι αυτό και οι Σάπες ήταν επαγγελματικός και εμπορικός τόπος. Η περιφέρεια όλη ασχολούνταν με την γεωργία, καλλιεργούσαν και τους έφτανε ίσα –ίσα για να ζήσουν τις οικογένειές τους.» Κουρείς, μανάβηδες, παντοπώληδες, μπακάληδες, ποτοποιοί, ένα πολύχρωμο ψηφιδωτό επαγγελματιών. Τα δικά της αδέρφια ασχολούνταν με το εμπόριο.

Οι πόρτες πάντα ανοικτές
«Τώρα οι Σάπες δεν συγκρίνονται. Δεν κατεβαίνουν πια όλα τα Πομακοχώρια στις Σάπες. Οι επαγγελματίες είναι απογοητευμένοι, κάθονται στην είσοδο των καταστημάτων και περιμένουν. Η νεολαία έφυγε. Υπηρεσίες, όπως η Εφορεία, το Ειρηνοδικείο, το ΊΚΑ έφυγαν. Δεν παρατηρείται κάποια πρόοδος. Έφυγαν και οι Πόντιοι Ομογενείς, τώρα είμαστε ένα χωριό γερόντων. Δεν πρόσεξαν τον τόπο μας.» δηλώνει και σπεύδει να παρατηρήσει πως τα σπίτια μόνο εξακολουθούν να είναι ανοικτά και να αγκαλιάζουν τον ξένο. «Οι πόρτες μας ήταν πάντα ανοικτές, το κλειδί πάνω στην πόρτα. Δεν είχαμε φόβο.»

Απάντηση