Κάποτε έφτιαχνα ένα όνειρο τη μέρα

Από τη Λάρισα στη Χρυσούπολη ο κος Χρήστος. Με ένα παλιό αγροτικό γυρίζει τους δρόμους της Θράκης. Από πόλη σε πόλη και από χωριό σε χωριό. «Δεν βγαίνει η μέρα χωρίς ταλαιπωρία, αλλά τι να κάνουμε;» λέει και σπεύδει να βγάλει τα ξύλα από το πάνω μέρος του αγροτικού του, κάποιες λίγες σανίδες που φιλοξενούν το στρώμα του. «Εδώ κοιμάστε;» τον ρωτάμε για να απαντήσει καταφατικά κουνώντας το κεφάλι.

«Πριν είχα ένα φορτηγό και πούλαγα είδη προικός, αλλά η δουλειά δεν πήγαινε καλά. Κανείς ή πολλοί λίγοι αγόραζαν κάτι. Έτσι, τα παράτησα και τώρα πουλάω καρπούζια.» δηλώνει και σπεύδει να σημειώσει πως ειδικά τα χρόνια της κρίσης για πολλούς έφεραν τα πάνω κάτω.

Κάθε πρωί και μια καινούργια αρχή για τον κο Χρήστο και κάθε βράδυ οι ίδιες πάνω κάτω σκέψεις. «Ό,τι φάμε και ό,τι πιούμε, αυτά βγάζουμε» δηλώνει κι εξηγεί ότι εκείνος τ΄ αγοράζει από τον παραγωγό 10 λεπτά. Συνήθως προμηθεύεται ένα τόνο και προσπαθεί να τα πουλήσει, δύο καρπούζια πέντε ευρώ. «Μας μένει κι εμάς ένα ευρώ το κομμάτι. Χωρίς άδεια, όμως, η αστυνομία μας κυνηγάει και έχει δίκιο.» σημειώνει σπεύδοντας να προσθέσει ότι στα 65 του χρόνια αισθάνεται ήδη πολύ μεγάλος.

«Τα όνειρα μας έχουν φύγει. Κάποτε είχαμε κι εμείς. Τώρα είμαστε χωρίς όνειρα. Μέρα νύχτα με το αυτοκίνητο για να βγάλουμε το ψωμί μας.» απαντά όταν τον ρωτάμε για τα όνειρά του προσθέτοντας «Μακάρι να πάνε καλά τα πράγματα, όχι για μας, για τα παιδιά μας και τα εγγόνια μας, για τους νέους.»

Απάντηση