Category Archives: Ένα κλικ μια ιστορία

Ένα κλικ μια ιστορία:Στις Σάπες του ’58

sapes58Σάπες 1958: Μια όμορφη και ενδιαφέρουσα φωτογραφία. Σε πρώτο πλάνο βλέπουμε την οικογένεια του τότε Δημάρχου Σαπών, Δημ. Καραθανάση, με τη σύζυγό του Σταματία και τα παιδιά τους, Τάσο, Τάκη και Ισίδωρο. Πίσω είναι το καινούριο τότε ηρώο, έργο του δημάρχου. Αν προσέξετε καλά θα δείτε δίπλα και μια κοινόχρηστη βρύση να γεμίζει έναν κουβά και μια στάμνα. Μη σας φανεί περίεργο εσάς τους νέους! Τότε τα σπίτια δεν είχαν κεντρική οικιακή ύδρευση. Εξυπηρετούσαν τις ανάγκες τους σε πόσιμο νερό από διάφορες παρόμοιες κοινόχρηστες βρύσες του Δήμου.

Ένα κλικ μια ιστορία: Ο μαύρος Απρίλης για τους 29 Ξυλαγανιώτες

xylaganimetafora leipsanonΑπρίλης ήταν, ακριβώς πριν 71 χρόνια, στις 9/4/44 όταν εκτελέσθηκαν από τους Βουλγάρους κατακτητές 29 Ξυλαγανιώτες.
Θάφτηκαν όλοι μαζί.

Ομαδικός τάφος στην θέση «Καράτεπες». Η φωτογραφία  τραβήχτηκε όταν άνοιξαν τον τάφο το 1951 και μετέφεραν τα λείψανα εκεί που είναι το σημερινό μνημείο.

Ένα κλικ, μια ιστορία που δεν πρέπει όλοι μας να ξεχνάμε, για να μην ξαναζήσουμε την ίδια  βαρβαρότητα, του πολέμου, της κατοχής,της προδοσίας.

Μεγάλη Παρασκευή στον ιερό Ναό των Αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης

sapes21950 ΜΕΓΑΛΗ ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ. Στον ιερό ναό των Αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης.

Στην αυλή της εκκλησίας διακρίνονται ο ιερέας του ναού Απόστολος Μαλλές, ο παππούς μου, με τον καντηλανάφτη τον Παναγή. Τη Μεγάλη Παρασκευή, μάζευαν όλες οι κοπέλες λουλούδια και τρέχανε στην εκκλησιά να στολίσουνε τον επιτάφιο με βιολέτες, τριαντάφυλλα και πασχαλιές. Το πένθος ήτανε μεγάλο.

Όλες οι γυναίκες φορούσανε σκούρα φορέματα για πένθος και ξενυχτούσανε στην εκκλησιά για να φυλάξουν το λείψανο του Χριστού και σιγομουρμούριζαν το μοιρολόγι «Σήμερα μαύρος ουρανός, σήμερα μαύρη μέρα». Η περιφορά του επιταφίου ήταν πολύ ωραία. Τα παιδιά του σχολείου έψελναν τα εγκώμια και οι μυροφόρες έριχναν τα λουλούδια που είχαν περισσέψει από το στόλισμα του επιταφίου. Η καμπάνα κτυπούσε λυπητερά. Το πένθος για το Χριστό ήτανε πολύ μεγάλο.

Ολόκληρη την ημέρα ούτε έτρωγαν ούτε έπιναν νερό. Μόνο, όταν τελείωνε ο επιτάφιος και γυρνούσαν στο σπίτι, τότε έτρωγαν νερόβραστα και έπιναν νερό! Οι κοπέλες της κωμόπολής μας με τα πανεράκια (μυροφόρες) στα χέρια, γεμάτα με τα πέταλα των λουλουδιών είναι έτοιμες να ραντίσουν τον επιτάφιο, ένα έθιμο που σήμερα δεν τηρείται.

Υ.Γ.

Τη φωτογραφία μου την έδωσε η κ. Λαφίνα Δημητριάδη.

 

Γεμιστή Έβρου: Πένθος ζωής

gkotsisgiagiadesΜ. Τρίτη στην Γεμιστή . Η ενδυματολογία των γηραιών γυναικών δεν περνά απαρατήρητη. Το πένθος εδώ δεν είναι λόγο της Μ. Εβδομάδος . Η ενδυματολογική αντιμετώπιση του πένθους για αυτές είναι μονόδρομος αρνούμενες να αποδεχθούν την εξέλιξη. Είναι κάτι που θα τις συνοδεύει μέχρι το τέλος της ζωής τους. Ίσως έτσι νιώθουν ότι τα προσφιλή τους πρόσωπα που χάθηκαν, θα το εκλάβουν ως δείγμα συνεχούς αφοσίωσης στην μνήμη τους, όπως έμαθαν από τις μάνες τους και τις γιαγιάδες τους. Για αυτές τις γυναίκες είναι τρόπος ζωής .

Ένα κλικ, μια ιστορία:Βάρκες λόγω πλημμυρών στον Έβρο

ebrospalia ebrospalia1Λόγω των παρατεταμένων βροχών βάζω φωτογραφίες του φωτογράφου Γκαραμπετίδη από τις Καστανιές Έβρου.
Το Τρίγωνο του Έβρου δεν έχει χερσαία επαφή με τον υπόλοιπο Έβρο μιας και το αποκόπτει ο μεγάλος ποταμός Άρδας. Έτσι πριν γίνουν οι γέφυρες την συγκοινωνία εξυπηρετούσαν οι βάρκες και τα ιδιοκατασκεύαστα φέρι-μπόουτ που ένωναν τις δύο όχθες του Άρδα.

Ένα κλικ μια ιστορία:»Ο θάνατος των Βάκχων»

karnabali3Μέρες καρναβαλιού με πιάνει μια θλίψη, μια λαογραφική κατάθλιψη, για όσα έθιμα έσβησαν ανεπιστρεπτί και μια οργή για όσους συνέβαλαν στο χαμό τους.
Ορεινό χωριό στο Παγγαίο. Κάτοικοι 3.500. Όλη την περίοδο πριν την Καθαρά Δευτέρα ντυνόμασταν τα βράδια και μπαινοβγαίναμε στα γειτονικά σπίτια. Φορούσαμε τα παλιά μας ρούχα, τα παρτάλια μας. Την λέξη βεστιάριο κανείς δεν την ήξερε. Χτυπούσαμε τις πόρτες και κάναμε τρέλες ή σιωπούσαμε μέχρι να μας αναγνωρίσουν. Γέλια, πειράγματα, κεράσματα. Συνήθως όλοι μεταμφιέζονταν το αντίθετο φύλο ή κάποιον αναγνωρίσιμο τύπο. Ο καθένας ντυνόταν τον άλλο.
Την Καθαρά Δευτέρα το χωριό ήταν ξεσηκωμένο. Στην πλατεία θα γινόταν η αποθέωση του καρναβαλιού. Το θέαμα για χρόνια επαναλαμβανόμενο: Καλαμπούρια, προξενιά, γάμος, γεννητούρια, γλέντια. Και στο τέλος η μεγάλη πομπή: οι γυμνοί άνδρες, «τα γκουλιάρια». Όσοι ήταν πάνω από δεκαοχτώ χρονών μαζεύονταν σε ένα σπίτι στην άκρη του χωριού και εκεί, αφού μεθούσαν για τα καλά, γδυνόντουσαν και έβαφαν το κορμί τους με φούμο. Ύστερα τυλίγονταν με φύλα και κλαδιά, άρπαζαν τσουγκράνες και άλλα γεωργικά εργαλεία στα χέρια και- σχεδόν ολόγυμνοι- έτρεχαν στον κεντρικό δρόμο που οδηγούσε στην πλατεία αλαλάζοντας και πειράζοντας το πλήθος -κυρίως τις γυναίκες.
Διονυσιασμένοι, αρχέγονοι, αρχετυπικοί. Οι τελευταίοι Βάκχοι του Παγγαίου.
Αυτά ως το 1967. Ως τότε κράτησαν τα «γκουλιάρια» που θυμάμαι. Ο ερχομός της χούντας γέμισε τον κόσμο απαγορεύσεις. Τα σκοτεινά μας βράδια σκοτείνιασαν πιο πολύ. Τα «γκουλιάρια» έπαψαν να βγαίνουν στους δρόμους. Η τρέλα και το μεθύσι του παλιού εθίμου -που είχε διασωθεί αιώνες- έσβηνε άδοξα.
Το κακό που έκανε η στρατιωτική δικτατορία στην χώρα μας αντιστοιχεί με των ευνουχισμό των αγαλμάτων από τους χριστιανούς. Απέκοψε οριστικά τη σύγχρονη Ελλάδα από την τελετουργική παράδοση που δεν φοβόταν να ακουμπάει στις ρίζες του παγανισμού και των μύθων. Γέμισαν τότε οι δρόμοι μας κίβδηλα σύμβολα. Στις πλατείες παρέλαυνε ο καρνάβαλος της χούντας που- όταν δεν έβγαζε τα τανκς- αμολούσε τα «ένδοξα» καμουφλαρισμένα άρματα.
Βρέθηκα τσολιαδάκι σε άρμα-τρακτέρ να υποδύομαι τον μαθητή του Κρυφού σχολειού. Όλοι μας υποδυθήκαμε κάτι από την μεταμφιεσμένη δόξα της ελληνικής ιστορίας. Και κανείς δυστυχώς δεν μπορούσε να ξεσχίσει εκείνες τις κουρελιασμένες στολές. Όσο περνάνε τα χρόνια για μας που, απροστάτευτοι και ανημέρωτοι, μεγαλώσαμε στη θλίψη της επταετίας η οργή δε λέει να καταλαγιάσει.
Μεταπολίτευση. Το χωριό λιγοστεύει. Οι άνθρωποι φεύγουν στη Γερμανία και στις πόλεις. Την Καθαρά Δευτέρα βγαίνουν και πάλι οι άντρες πάνω στα τρακτέρ -όχι πια «γκουλιάρια»- και σατιρίζουν την διαρκώς μεταβαλλόμενη κοινωνία. Παντρεύονται ξανά, «οι γκαστρωμένες» γεννάνε κουνέλια και γάτες, όμως λείπει το κέφι και το ξέσπασμα. Οι καρνάβαλοι αμήχανοι να συλλάβουν την καινούργια ταυτότητα του έργου και τις απαιτήσεις της εποχής απομακρύνονται σκεφτικοί από την ορχήστρα. Αριστοφανικοί υποκριτές σε αγέλαστη κωμωδία. Σαν γραφικό μοιάζει το έθιμο, δεν ήταν παλιά έτσι…
Ταυτόχρονα με την εκκένωση της υπαίθρου τηλεοπτικές εικόνες εισβάλλουν στα σπίτια μας. Οι τηλεοράσεις αναλαμβάνουν να διασκεδάσουν τα πλήθη υποκαθιστώντας την πραγματικότητα. Τις Καθαροδευτέρες όλο και πιο δύσκολα γεμίζει η πλατεία.
Δεκαετία ενενήντα. 1700 κάτοικοι. Τελευταία δρώμενα. Πάνω στα τρακτέρ στήνονται «τηλεοπτικά στούντιο», η θεματολογία του καρνάβαλου είναι αποκλειστικά η τηλεόραση και τα καμώματά της. Σατιρίζονται κυρίως τα reality show. Ο μεθυσμένος βάκχος τρεκλίζει ως ξανθιά προξενήτρα, η περούκα του βάρος ασήκωτο, τα τακούνια σφίγγουν τα πόδια του, οι κόθορνοι μουχλιάζουν στις αποθήκες. Οι μικρότεροι δεν διαδέχονται τους προηγούμενους, ονειρεύονται τις πόλεις.

Το καρναβάλι σβήνει.
Έζησα το τέλος ενός εθίμου με την ίδια πίκρα που βίωσα το τέλος της παιδικής ηλικίας. Χωρίς να νοσταλγώ το παρελθόν, ξέρω πως κανείς δεν μπορεί να συγκρατήσει τη φθορά μιας εποχής. Ο καρνάβαλος άλλαζε όπως άλλαζε η χώρα και οι προσανατολισμοί της. Η σοβαροφάνεια διαδεχόταν τη σάτιρα, ενώ κανένα καινούργιο έθιμο δεν αντικαθιστούσε τα παλιά.

Tώρα στις μεγάλες πόλεις οργανώνονται φαντασμαγορικές παρελάσεις χωρίς τον αυθορμητισμό και καρναβαλισμό του παλιού δρώμενου. Τα πλήθη ξεχύνονται στους δρόμους χαιρετώντας τις κάμερες. Μόνον η τηλεόραση μπορεί πια να συντηρήσει τα «εκστασιασμένα» πλήθη, εκείνη τα δημιουργεί, εκείνη τα αναπαράγει ψηφιακά. Η τελετή υποχωρεί στην τηλεοπτικότητα.
Η Πάτρα και οι άλλες πόλεις, στα αδιαχώρητα στενάκια τους, διεκδικούν μια δεύτερη Disneyland, ένα φτιασιδωμένο Ρίο. Ώ, ρε γλέντια! που θα’ λεγε και ο Καραγκιόζης-βρωμερή καρικατούρα σκιερών εποχών…
Η διαπολιτισμικότητα του καρναβαλιού και η εμπορευματοποίησή του κατατροπώνει τον σάτυρο που κρύβεται μέσα μας αναζητώντας κάθε χρόνο τον απεγκλωβισμό του από το καταπιεσμένο σώμα. Ό, τι απομένει είναι ένα κενό, οι ανεκπλήρωτες επιθυμίες στις σκοτεινιασμένες περιοχές του υποσυνείδητου.
Μετατρέποντας σε show την ζωή μας σκοτώνουμε τον καρναβαλικό εαυτό μας. Ανίκανοι να ζήσουμε το έθιμο εθιζόμαστε στα υποκατάστατα. Η καλοφτιαγμένη μάσκα επιστρέφει ως πολύχρωμος εφιάλτης, χιονίζει φελιζόλ πάνω από την πόλη. Tα «γκουλιάρια» χορεύουν -full monty- σε αντιερωτικά τηλεοπτικά προγράμματα.

Κλεισμένοι στα σπίτια μας δεν πιστεύουμε ότι ο μασκαράς που χτυπάει την πόρτα μας δεν είναι ένας μεταμφιεσμένος εχθρός, ένας ξένος, ένας άλλος τελικά. Σφαλίζουμε την πόρτα και πέφτουμε για ύπνο-ανήσυχο. Ονειρευόμαστε ότι κάπου, σε ένα έθιμο, κάποιοι γλεντάνε ακόμη. Πού άραγε;
Δημοσιεύτηκε στα ΝΕΑ (περιοδικό ΠΡΟΣΩΠΑ), Ιανουάριος 2001

Ένα κλίκ μια ιστορία: Το Καρναβάλι στις Σάπες

karnabali1sapesΤΟ ΚΑΡΝΑΒΑΛΙ ΣΤΙΣ ΣΑΠΕΣ
Από τα πρώτα χρόνια της ελεύθερης περιόδου, μετά το 1920, οι κάτοικοι των Σαπών γιόρταζαν με χαρούμενους ρυθμούς το καρναβάλι. Η συμμετοχή ήταν σχεδόν γενική. Ήταν οργανωμένη από τους ίδιους τους κατοίκους. Θα προσθέσω την περιγραφή της κ. Ζωής Χατζηθεοδώρου για τα καρναβάλια της περιόδου αυτής, η οποία τα θυμάται σαν μικρό κοριτσάκι τότε. Το καρναβάλι πριν από το 1940 Τις αποκριές τις χαίρονταν οι Σαπαίοι, όσο τίποτα.

Είχαν χιούμορ, ευρηματικότητα και γλέντι. Πάντα τη διοργάνωση του καρναβαλιού αναλάμβαναν οι μακαρίτες σήμερα Κιρκινέζης Γιάννης και ο Ασπροΐτης Γιάννης. Κάθε χρόνο και κάτι καινούριο μας παρουσίαζαν. Την πομπή του καρναβαλιού που ξεκινούσε από το σπίτι του Κιρκινέζη, ακολουθούσε όλος ο πληθυσμός των Σαπών, χορεύοντας και τραγουδώντας με συνοδεία νταουλιών που πάντα κατέληγε στην πλατεία.

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ: http://oisapes.mysch.gr/ekdiloseis/karnabali.1.html

Ένα κλικ μια ιστορία: Georges Wolinski

skitsografos (28 June 1934 – 7 January 2015). Ισως ο σπουδαιότερος καρτουνίστας του κόσμου. Εβραϊκής καταγωγής από πολωνό πατέρα, που έχασε σε ηλικία 2 ετών και τυνήσια μητέρα. Γεννήθηκε στην τότε γαλλική Τυνησία, αλλά εγκαταστάθηκε στα 11 του στη Γαλλία μετά το τέλος του Β΄ Παγκόσμιου Πολέμου.
Σπούδασε Αρχιτεκτονική στο Παρίσι που την εγκατέλειψε για ν ασχοληθεί με το σκίτσο. Αρχισυντάκτης από το 1961 ως το 1970 στο σατυρικό περιοδικό Charlie Hebdo, όπου επέστρεψε και εργαζόταν μέχρι χθες στα 80 του οπότε και έχασε την ζωή του μαζί με άλλους 2 αστυνομικούς και 9 συναδέλφους από πυρά φανατισμένων ένοπλων μουσουλμάνων.

Απελευθερωτικός Αγώνας ΕΟΚΑ 1955-59:

eokaΠριν 59 χρόνια, στις 3 Δεκεμβρίου 1955, η ανταρτική ομάδα ΟΥΡΑΝΟΣ του Μάρκου Δράκου, επιτέθηκε εναντίον βρετανικής στρατιωτικής αυτοκινητοπομπής, λίγο έξω από τον Καλοπαναγιώτη, στην περιοχή «Κοκκινόκρεμμος».

Ο Μάρκος Δράκος καταγόταν από τη Λεύκα και είχε το ψευδώνυμο «Λυκούργος» στον απελευθερωτικό αγώνα της ΕΟΚΑ. Ο Μάρκος Δράκος ήταν ένα παλικάρι που εμπνεόταν από τις Χριστιανικές αρχές και είχε όνειρο τη λευτεριά της Κύπρου. Γι΄αυτό συνήθιζε να λέει:
Μια λαμπρόφωτη όμως ημέρα,
που κι αυτή για πολύ δεν αργεί,
θα χυμήξουμε όλοι αντάμα
και θα πούμε το ζειν ή θανείν.
Η ομάδα του Δράκου, που αριθμούσε περίπου 15 άτομα , είχε την ονομασία «ΟΥΡΑΝΟΣ»και ανέπτυξε πλούσια δράση εναντίον των Άγγλων, στην περιοχή Κύκκου, επικεφαλής της ομάδας ήταν ο Μάρκος Δράκος και την αποτελούσαν οι: Χαράλαμπος Μούσκος, Ευτύχιος Σαλάτας, Χριστάκης Ελευθερίου, Λεύκιος Ροδοσθένους, Νίκος Σπανός, Ανδρέας Πολυβίου, Παύλος Νικήτας, Μίκης Φυρίλλας και ο Πατήρ Σάββας που εκτελούσε κυρίως χρέη νοσοκόμου, συνδέσμου και συνοδού γιατί λόγω του σχήματος του, δεν ήθελε να σκοτώσει.

Αργότερα ενώθηκαν με την Ομάδα «Ουρανός» και άλλοι αγωνιστές, μεταξύ των οποίων οι Ανδρέας Ζάκος, Νίκος Παστελλόπουλος, Γεώργιος Γεωργιάδης και Νίκος Ιωάννου.
Οι πρώτες βόμβες του απελευθερωτικού αγώνα της ΕΟΚΑ, που ακούστηκαν στην Κύπρο την 1η Απριλίου 1955, ήταν της ομάδας του Μάρκου Δράκου στο ΡΙΚ.

Ένα κλικ μια ιστορία: Η βίλα Ωνάση

vila onasiΗ βίλα Ωνάση χτίστηκε στα μέσα της δεκαετίας του 1950 στον δυτικό βραχίονα του Έβρου (παλιομάριτσα). Για πολλά χρόνια υπήρξε ο αγαπημένος τόπος του Ωνάση για κυνήγι , αλλά και των Βασιλέων Παύλου και Κωνσταντίνου. Αυτό στάθηκε αφορμή να την χαρακτηρίσουν κάποιοι άστοχα, ως η Βίλα του Βασιλιά.

Ο Ωνάσης ήταν η αφορμή να φτάσει το ρεύμα σε αυτή την περιοχή που εκείνα τα χρόνια δεν ήτα καν προσβάσιμη, ενώ υπήρχε και φύλακας από τον Δορίσκο που την πρόσεχε. Σε κάποια στιγμή από τον Γαροφαλίδη γαμπρό του Ωνάση στην αδερφή του Άρτεμις, ο χώρος παραχωρήθηκε στην Ελληνική Εταιρία Προστασία της Φύσεως και μάλιστα για να χρησιμοποιηθεί ως σταθμός που θα χειριζόταν την Βιολογία του Δέλτα.
Το αποτέλεσμα ήταν να πέσει το κτήριο και να μείνει μόνο η βάση του και τα πλακάκια που ομοιάζουν με αυτά της Κοσμοσώτειρας. Έτσι χάθηκε μια ευκαιρία στο Δέλτα να υπάρχει αυτός ο χώρος, αξιοποιημένος και αφιερωμένος στον Ωνάση και να αποτελεί άλλον έναν πόλο έλξεις τουριστών στην περιοχή μας .