Category Archives: ΕΜΕΙΣ ΟΙ ΑΛΛΟΙ

Ο τελευταίος καρεκλοποιός της Κομοτηνής…

IMG_1733

Καρέκλα,φτώχεια και τρίκυκλο…

«Παλιές καρέκλες παιδιά. Ο καρεκλαααάς!» Η φωνή του ακούγεται από μακριά. Η φιγούρα του γνώριμη κι αγαπημένη. Ο 53χρονος Χουσεϊν Ισμέτ  λέει ότι είναι ο μοναδικός καρεκλάς της Ροδόπης. Έμαθε την τέχνη κοντά στον πατέρα του κι εκείνος κοντά στον παππού του. Κι από τότε δεν έπαψε στιγμή να γυρίζει στους δρόμους με το τρίκυκλο του και να ζητά παλιές καρέκλες. Κάθε μέρα προλαβαίνει να επισκευάσει και να τις κάνει σαν καινούργιες 4 με 5 καρέκλες. Όμως, όπως λέει ο κος Χουσεϊν, δεν βρίσκει πάντα δουλειά.

«Πάλι καλά που υπάρχουν τα καφενεία» δηλώνει και εξηγεί ότι τέτοιες δουλειές του αφήνουν καλό μεροκάματο, 10 με 15 ευρώ την ημέρα. Τα «σάζια» τα καλάμια που χρησιμοποιεί για το πλέξιμο τα βρίσκει στο Δέλτα του Έβρου. Το έμπειρο μάτι του βλέπει την καρέκλα και εκτιμά αμέσως τη ζημιά που έχει γίνει και το χρόνο που χρειάζεται για να τη διορθώσουν τα επιδέξια χέρια του. Παρά τα προβλήματα δεν απογοητεύεται και δεν γκρινιάζει «έχει ο Θεός» λέει και σπεύδει να δηλώσει ξανά με καμάρι ότι είναι ο τελευταίος καρεκλοποιός της Ροδόπης. Ένα τελευταίο τσιγάρο, λίγες κουβέντες κι ύστερα ξανά πάλι στο τρίκυκλο του και στους δρόμους της πόλης «Καρεκλαααάς!»

Οργάνη: Μάρτης γδάρτης

organi xioni

Χιονισμένη Οργάνη, η φωτογραφία είναι του ορεσίβιου κατοίκου Χουσεϊν Γιολούτς.

Να που με του Μάρτη τα γυρίσματα είδαν άσπρη μέρα στον Ορεινό Όγκο. Στην Οργάνη οι κάτοικοι συνηθισμένοι πια δεν αιφνιδιάστηκαν από τα γυρίσματα του καιρού Χιόνι στις στέγες, στη φύση γύρω, στους δρόμους, αλλά πάντα  ζέστη στις καρδιές των ανθρώπων. Με πολύ προσοχή η κίνηση στους δρόμους σε όλο το ορεινό δίκτυο, χωρίς να λείπουν και τα μικρο-προβλήματα που προκαλεί η κακοκαιρία.

Άρωμα γυναίκας…

IMG_1719

Η Τζεμιλέ ό,τι παράγει προσπαθήσει να το πουλήσει η ίδια.

Ημέρα αφιερωμένη στους αγώνες των γυναικών η σημερινή και η  Τζεμιλέ είναι ένα ζωντανό παράδειγμα συνεχούς αγώνα.  Ζει και εργάζεται στα Κιμμέρια Ξάνθης. Συλλέγει καρύδια, ρίγανη, φασόλια, καλαμπόκια, παρασκευάζει τραχανά, καλαμποκίσιο αλεύρι, και πλέκει τερλίκια, γάντια, κασκόλ. Η ώρα περνά με την ίδια πάντα κάτι να κάνει, κάτι να έχει να τελειώσει. «Εγώ και άλλες τρεις γυναίκες στο χωριό δεν σταματάμε, όλο κάτι κάνουμε» δηλώνει η ίδια και προσθέτει  ότι η ζωή είναι πολύ δύσκολη. «Όταν πρέπει να επιβιώσεις πάντα κάτι θα βρίσκεις να κάνεις. Κάνω τα πάντα, παρασκευάζω ό,τι μπορώ, αξιοποιώ ό,τι δίνει το βουνό αλλά δεν κλέβω. Προσπαθώ με τίμιο τρόπο να βοηθήσω την οικογένειά μου».

Ο αγώνας σκληρός, αλλά το μεροκάματο μόλις που βγαίνει. «Πέντε με δέκα ευρώ την ημέρα και λέω κι «ευχαριστώ»» λέει χαρακτηριστικά και προσθέτει: «Με τη δουλειά μεγάλωσα τα παιδιά μου και είμαι περήφανη.» Η ζωή της αγρότισσας, δηλώνει η Τζεμιλέ είναι δύσκολη. «Εγώ ζαλίζομαι δύο και τρεις φορές την ημέρα το Καλοκαίρι εργαζόμενη στον ήλιο.»

Κι από διασκέδαση; την ρωτάμε «Δεν ξέρω τι σημαίνει διασκέδαση. Τα τελευταία πέντε χρόνια τα πράγματα έχουν δυσκολέψει. Δουλειές δεν υπάρχουν και τα παιδιά του χωριού φεύγουν αναζητώντας ένα μεροκάματο ακόμη και στο εξωτερικό.»

Και οι γυναίκες; επιμένουμε. Η Τζεμιλέ στέκεται για λίγο αμίλητη και μετά κοιτώντας μας ίσια στα μάτια  προσθέτει σχεδόν λυπημένα:  «Η θέση της γυναίκας καλυτερεύει, αλλά σε μας πολλά έχουν να γίνουν ακόμη. Εμείς τη ζωή μας την περάσαμε, τα παιδιά να είναι τώρα καλά.»

Κομοτηνή: Ένας Ροκ κομμωτής…

IMG_1592Συνήθως παίζει και ακούει έντεχνο Rock. Μέλος του μουσικού σχήματος  «DIES» ο  Ενές περνά το χρόνο του  με το ψαλίδι και τη χτένα στο χέρι.  Τα τελευταία εφτά χρόνια, είναι ήδη  25 ετών, εξασκεί τη δεύτερη μεγάλη του αγάπη, μετά τη μουσική, την κομμωτική τέχνη. Με δικό του κομμωτήριο τον τελευταίο καιρό τα πράγματα έχουν σοβαρέψει πολύ. Τώρα, όπως λέει, μπορεί και «ζυγίζει» διαφορετικά  τις ευθύνες της επαγγελματικής του ζωής.

«Δεν πήγα στο πανεπιστήμιο πήγα σε σχολή κομμωτικής του ΟΑΕΔ και συνεχίζω κάνοντας αυτή τη δουλειά.   Έμαθα πολύ νωρίς πώς είναι η ζωή. Σίγουρα οι σπουδές στο Πανεπιστήμιο είναι κάτι σοβαρό, αλλά αλλιώς είναι να είσαι συνέχεια στην αγορά, να δουλεύεις. Με τη δουλειά μαθαίνεις πολλά. Με χαροποιεί, μ’ αρέσει η επαφή με τον κόσμο, αλλά στο δικό μου το μαγαζί μερικές φορές με αγχώνει κιόλας. Όλα τα βλέπεις αλλιώς σε μια δική σου επιχείρηση, προσπαθείς να είσαι καλύτερος. Η ευθύνη συνοδεύεται πάντα με άγχος.»

Και το άγχος σε μικρές δόσεις οδηγεί στη δημιουργία. Ένα μακρινό ταξίδι περνά από το μυαλό του Ενές. «Θα ήθελα να φύγω, ίσως, κάπου αλλού, εκτός Ευρώπης, κάπου πιο μακριά.» λέει ο νεαρός Κομοτηναίος και σπεύδει να προσθέσει  «Μ’ αρέσει η πόλη μας, είναι όμορφη η Κομοτηνή, αλλά πάντα ένα μακρινό ταξίδι ακούγεται δελεαστικό.» Όσον αφορά στη μουσική, αυτή η αγάπη δεν εγκαταλείπεται ποτέ « Μπορεί το μουσικό σχήμα μας να έχει ατονήσει κάπως, λόγω των σχολικών υποχρεώσεων των άλλων μελλών, το καλοκαίρι, όμως,  θα είμαστε καλύτερα, θα βρεθούμε πάλι όλοι  μαζί με λιγότερες υποχρεώσεις και θα κάνουμε εμφανίσεις.»

Μέχρι τότε, ψαλίδι και χτένα στα χέρια, έντεχνο ροκ στα αυτιά του και πελάτες, χριστιανούς και μουσουλμάνους, «50% -50%»,  όπως λέει, γιατί «έτσι είναι η ζωή, 50%-50%» κάνει όνειρα  «Θέλω να πάει καλύτερα η μικρή  μου επιχείρηση  και να ανοιχθεί και στο χώρο της αισθητικής. Μετά βλέπουμε…»

Ουμίτ Χαλίλ Ιπράμ : «Η συνύπαρξη μας κάνει ξεχωριστούς σαν πόλη αλλά και σαν ανθρώπους…»

Oumit xalil Impram

Από την Πόλη όπου σπούδαζε επιστροφή στην Κομοτηνή,ο Ουμίτ Χαλίλ Ιπράμ συνεχίζει να δημιουργεί

Ένας εξαιρετικός νέος, ο ταλαντούχος συμπολίτης μας Ουμίτ Χαλίλ Ιμπράμ δημιούργησε το δικό του χώρο έμπνευσης και δημιουργίας βρίσκοντας στέγη και καταφύγιο στην μεγάλη του αγάπη, την φωτογραφία. Με σπουδές στον Κινηματογράφο και την Ραδιοτηλεόραση  ο Ουμίτ Χαλίλ Ιπράμ εμπνέεται από τον πολιτισμό του τόπου, την διαφορετικότητα, την συνύπαρξη και «zoomάρει» σε όλα εκείνα που ενώνουν τους ανθρώπους και οδηγούν στη δημιουργία. Μιλά στην Daily-Stories για την  φωτογραφία, τη δουλειά του και τα μελλοντικά του σχέδια… περνώντας πάντα μέσα από τους δρόμους της συνύπαρξης…

Ουμίτ Χαλίλ Ιπράμ :

«Η συνύπαρξη μας κάνει ξεχωριστούς σαν πόλη αλλά και σαν ανθρώπους…»

Πού σπούδασες φωτογραφία ;

 

Πρώτα  έμαθα  στο φωτογραφείο του πατέρα μου και στην Κων/πολη σπούδασα Ραδιοτηλεόραση και Κινηματογράφο, όμως είχαμε και μαθήματα φωτογραφίας.

 

Γιατί επέλεξες τη δουλειά του φωτογράφου;

 

Επειδή (η αλήθεια να λέγετε) βόλεψε το ότι είχε ο πατέρας μου το φωτογραφείο πριν και είχε ήδη κάνει το όνομα,  μην ξεχνάμε ότι η επιχείρηση υπάρχει από το 1981…(πριν γεννηθώ εγώ )…Οπότε καταλαβαίνετε ότι μεγάλωσα μέσα στο φωτογραφείο και μου ήταν δύσκολο να ξεφύγω.

 

Τι σε ενδιαφέρει να αποτυπώνεις με τη δουλειά σου;

 

Τίποτα συγκεκριμένο, όλα είναι  τυχαία εκτός βεβαία από τις προγραμματισμένες φωτογραφίσεις π.χ. Γάμων κτλ.

Ποια σημεία της Θράκης σε εμπνέουν περισσότερο;

Τα σημεία για μένα τα φτιάχνουν οι άνθρωποι, οπότε μπορεί να είναι παντού σε όλη την Θράκη. Μου αρέσει πάρα πολύ να κάνω πορτρέτα, αλλά χωρίς να το ξέρουν οι ίδιοι… για να φωτογραφηθεί και η κουλτούρα του μαζί.

Η Κομοτηνή είναι τόπος έμπνευσης ;

Η  Κομοτηνή για μένα είναι ένα μωσαϊκό πολιτισμών και αυτό προσπαθώ να το προβάλλω μέσα από εικόνες της πόλης… Τώρα τελευταία κάνω κι ένα ντοκιμαντέρ για να φανεί το μωσαϊκό ολοκληρωμένο…

Και η συνύπαρξη χριστιανών και μουσουλμάνων, η διαφορετικότητα, ο σεβασμός στο άλλο, το διαφορετικό  πώς μετουσιώνεται στο έργο σου;

Όσο μεγαλώνω συνειδητοποιώ όλο και περισσότερο ότι αυτή η συνύπαρξη μας κάνει και ξεχωριστούς σαν πόλη αλλά και σαν ανθρώπους… Νιώθω τυχερός διότι έχω μέσα από την δουλεία μου εμπειρίες διαφορετικής κουλτούρας χωρίς να ταξιδέψω…

Ετοιμάζεις κάποια έκθεση στο κοντινό μέλλον;

 

Επειδή ακόμη φτιάχνω το καινούργιο μου studio city επί της οδού Β.Παύλου 9 (Μαρώνειο Μέγαρο) δεν έχω χρόνο για να ασχοληθώ οπότε και το έχω βάλει στο πρόγραμμα για μετά το καλοκαίρι.

Αχμέτ Τζελήλ, καλλιεργητής καπνού: «Μας έχουν ξεχάσει…»

IMG_1544Δεκατρία χρόνια  βλέπει τον καπνό που παράγει να πωλείται στην ίδια τιμή. Ο Αχμέτ Τζελήλ από τον οικισμό του Πάσου καλλιεργεί με την οικογένεια του  δεκατρία στρέμματα  με καπνό.

Αχμέτ Τζελήλ, καλλιεργητής καπνού: «Μας έχουν ξεχάσει…»

«Το προϊόν πωλείται   4 – 4, 20 ευρώ το κιλό το πολύ.  Η  τιμή ξεκινά συνήθως κάτω από τρία ευρώ. Ένα στρέμμα δίνει  150 κιλά  από τέσσερα ευρώ το κιλό  να το πουλήσουμε βγάζουμε περίπου 6-7.000 ευρώ. Το κόστος  της καλλιέργειας είναι πολύ υψηλό. Το πετρέλαιο είναι  πολύ ακριβό, στο ρεύμα βάλανε και το χαράτσι και  φτάσαμε να μην μπορούμε να πληρώσουμε.» δηλώνει στην Daily-Stories και σημειώνει  «Δεν μπορεί να ζήσει ένας μικροκαλλιεργητής, δεν φτάνει ούτε να βάλεις πετρέλαιο στο τρακτέρ. Τώρα βερεσέ δεν δίνουν  και έχουν  δίκαιο οι ιδιοκτήτες των βενζινάδικων.»

Φθηνά πωλούνται, όπως λέει,  και τα βαμβάκια και τα καλαμπόκια. «Ούτε  τα έξοδα δεν βγάζεις . Μπαίνεις μέσα. Με το  καλαμπόκι που έβαλα ούτε τα έξοδα καλλιέργειας  δεν πήρα πίσω.» το παράπονό του γίνεται μεγαλύτερο όταν αναφέρεται στα παιδιά του «Δυστυχώς δεν μπόρεσαν να σπουδάσουν  κι έμειναν στα χωράφια.»

Τα αιτήματα του Αχμέτ Τζελήλ είναι ίδια με αυτά των υπολοίπων παραγωγών της περιοχής «Να επανέλθει το παλαιό καθεστώς της πριμοδότησης. Πρέπει να κατέβει  η τιμή του πετρελαίου. Και με τις συντάξεις να γίνει κάτι. Στα 67 η σύνταξη για τον αγρότη είναι δύσκολο, όταν θα πεθάνουμε θα την πάρουμε;» αναρωτιέται και προσθέτει με πίκρα  «Αν αρρωστήσουμε και πάμε στο γιατρό τα πιο φθηνά φάρμακα μας γράφουν, όχι τα πιο κατάλληλα για την πάθησή μας,  τέτοια παθαίνουμε με την ασφάλεια που έχουμε. Είμαστε σε πολύ δύσκολη κατάσταση και μας έχουν ξεχάσει.»

Μια ζωή, πολλές ιστορίες…

IMG_1570

«Η τιμή πώλησης του καλαμποκιού φέτος δεν κάλυψε ούτε καν το κόστος καλλιέργειας» λέει η κ. Ναζιέ.

Στις κινητοποιήσεις των καπνοκαλλιεργητών δίνει πάντα ξεχωριστό χρώμα. Η  Δελή Οσμέ Ναζιέ είναι μια γυναίκα που μιλά με πόνο για τα παιδικά της χρόνια και με αγάπη για τη δουλειά του αγρότη. Είναι 62 ετών κι όμως από τις ταλαιπωρίες της αγροτικής ζωής  φαίνεται μεγαλύτερη, με το δεξί της χέρι να τρέμει και τα γόνατά της να μην την κρατούν πια με ευκολία.

«Μεγάλωσα πέντε παιδιά στη Σαρακηνή, σε ένα χωριό χωρίς δρόμο και χωρίς  γιατρό. Τώρα έγινε ο δρόμος, αλλά εμείς κατεβήκαμε κάτω. Θέλουμε να ανέβουμε ξανά στο χωριό μας, αλλά δεν έχουμε τίτλους ιδιοκτησίας για τα χωράφιά μας, τα δικά μας χωράφια. »  Δέκα παιδιά ο πατέρας της, πέντε εκείνη, η ζωή κυλά και τα προβλήματα παραμένουν άλυτα. Ανοίγει μια σακούλα που κρατά στα χέρια της και δείχνει  το περιεχόμενό της, αλεσμένο σιτάρι  «τρώγοντας αυτό μεγαλώσαμε, όλη μέρα δουλειά και φαγητό ένα κομμάτι ψωμί  φτιαγμένο μ’ αυτό το σιτάρι» δηλώνει και δακρύζει.

Βλέπει την κόρη της να καλλιεργεί καπνό και είναι, όπως λέει, σαν να βλέπει τον εαυτό της. «Αν κοπεί η επιδότηση οι καπνοκαλλιεργητές έχουν σβήσει» δηλώνει στην Daily-Stories και με φωνή όλο αγωνία και παράπονο δείχνει ένα πακέτο τσιγάρα, «Ένα πακέτο τσιγάρα 200 γραμμάρια 3,80 ευρώ,  ένα κιλό καπνό  2 -2,5-το πολύ 3,5 ευρώ, αυτό δεν είναι αδικία;» ρωτά και χωρίς να περιμένει απάντηση  σκύβει και με  φιλά στα δυο μάγουλα «εγώ καλά άσχημα την πέρασα τη ζωή μου, εσείς τώρα, οι νέοι να έχετε καλύτερη τύχη.» Η φωνή της σβήνει, τα μάτια της δακρύζουν και το χέρι της τρέμει τώρα πιο δυνατά. Μια γυναίκα, αγρότισσα, πολλές ιστορίες όσες και οι μέρες που πέρασε να μεγαλώνει παιδιά, να φροντίζει την οικογένειά της και να καλλιεργεί καπνά βλέποντας τριγύρω όλα να αλλάζουν και όλα τα ίδια να μένουν…

μ.ν.

Ροδόπη: Οι γενναίοι της Οργάνης

organiΠεντακόσιοι κάτοικοι στην Οργάνη δοκιμάζουν καθημερινά  τις αντοχές τους  ζώντας στην ορεινή Ροδόπη, μια ανάσα από τα ελληνοβουλγαρικά σύνορα.   Καπνοκαλλιεργητές στην πλειοψηφία τους βλέπουν το εισόδημά τους να μειώνεται και τα όνειρά τους να μην χωρούν πια σε μικρό τόπο. «Το εισόδημα μας βασίζεται κυρίως  στις επιδοτήσεις  γιατί η στρεμματική απόδοση είναι πολύ χαμηλή, 70 με 80 κιλά το στρέμμα, επομένως αν κοπούν και οι επιδοτήσεις οι κάτοικοι θα αναγκαστούν να φύγουν από την περιοχή» αναφέρει ο Χουσεΐν Γιουλούτς  και κάνει λόγο για ετήσιο εισόδημα που χωρίς τις επιδοτήσεις αγγίζει τις 4.000 ευρώ  κατά μέσο όρο. «Το μεγαλύτερο πρόβλημα  τα τελευταία χρόνια είναι το οικονομικό, ειδικότερα μετά τις περικοπές των επιδοτήσεων».  Δεν είναι τυχαίο  ότι αρκετοί νέοι  έχουν  εγκαταλείψει την Οργάνη  και αν κοπούν οι επιδοτήσεις οριστικά οι νέοι δεν θα έχουν κανέναν λόγο να συνεχίσουν να μένουν σε έναν όμορφο μεν τόπο που αντιμετωπίζει, όμως, πολλά προβλήματα.

Στα βήματα  που πρέπει να γίνουν άμεσα οι κάτοικοι συγκαταλέγουν: Πρώτον να τακτοποιηθεί η κατάσταση με τους τίτλους των χωραφιών γιατί χωρίς τίτλους δεν μπορούν να μπουν σε κανένα πρόγραμμα οι αγρότες. Δεύτερον να γίνουν έργα υποδομής, όπως για παράδειγμα μικρά φράγματα – ταμιευτήρες νερού για άρδευση γιατί τον χειμώνα έχουν πολύ νερό και το καλοκαίρι  δεν έχουν ούτε για πόσιμο. «Ο ορεινός όγκος πρέπει να έχει φορολογικές διευκολύνσεις γιατί δεν μπορεί να έχει την ίδια αξία ένα οικόπεδο η ένα κτίριο στην Οργάνη με αυτό της Αθήνας. Σήμερα πληρώνουμε 4 ευρώ το τετραγωνικό,  χαράτσι που είναι  αδιανόητο και οπωσδήποτε δεν πρέπει να μας επιβάλλουν τα βιβλία εσόδων εξόδων γιατί και τα λίγα που μας μένουν θα τα τρώμε στο δρόμο και στα λογιστικά γραφεία» δηλώνει ο  Χουσεΐν Γιουλούτς.

Οι κάτοικοι ξέρουν από πρώτο χέρι τι σημαίνει να ζει κανείς δίπλα στα σύνορα, «είμαστε μακριά από το κέντρο» δηλώνουν και προσθέτουν  «μόνο για να κατέβουμε στην Κομοτηνή πληρώνουμε 15 ευρώ εισιτήριο να πάμε και να γυρίσουμε.» Ο Χειμώνας είναι ιδιαίτερα δύσκολος για τα παιδιά γιατί με το παραμικρό κλείνουν τα σχολεία εξαιτίας του καιρού με αποτέλεσμα να μένουν πίσω στα μαθήματα. Απογοητευμένος από  τα πολλά που ο τόπος έχει ανάγκη και από τα λίγα που γίνονται ο Χουσεΐν Γιουλούτς  δηλώνει ότι  αν μπορούσε  θα έφευγε, όπως θα το έκαναν πολλοί άλλοι. «Για τα παιδιά μου κυρίως, για να  μπορούν να σπουδάσουν επί ίσοις  όροις με τα άλλα παιδιά. Εδώ τα σχολεία δεν μπορούν να λειτουργήσουν σωστά και για να πάνε στην Κομοτηνή φεύγουν στις έξι το πρωί από το σπίτι και γυρνάμε στις τέσσερις  το απόγευμα και καταλαβαίνεται πόσο βαρύ είναι αυτό για τα παιδιά. Θα έφευγα  επίσης για να γλυτώσουν τα παιδιά μου από τον στενό κύκλο αυτού του τόπου, να έχουν περισσότερες επιλογές από ότι  εμείς σήμερα.» Ένας τόπος που μαγεύει τον επισκέπτη με την ομορφιά του η Οργάνη, αλλά που  ποτέ δεν αντιμετωπίστηκε σοβαρά από την πολιτεία.

‘Ενας ουρανός, αβάσταχτα μελαγχολικός

ΠΑΡΑΓΚΟΥΠΟΛΗΌταν βρέχει, βρέχονται. Όταν φυσά δυνατά ο αέρας τρυπώνει στις ζωές και στα όνειρά τους. Αν και είναι δύσκολο να πιστέψει κανείς ότι σε ένα τόπο με λαμαρίνες, χαρτόκουτα, λασπόνερα και σκουπίδια υπάρχουν όνειρα. «Ναι, γιατί υπάρχουν άνθρωποι» σημειώνει ο Γιώργος. Εκεί μένει. Αυτός, η γυναίκα του, παιδιά και εγγόνια, όλοι μαζί σε κάποια  λίγα τετραγωνικά. Μια ζωή, πολλές ζωές στριμωγμένες και ξεχασμένες στην οδό Τέρμα Αδριανουπόλεως, στο «Αλάν Κογιού». Κάθε πόλη έχει τη δική της ντροπή. Η Κομοτηνή δεν αποτελεί εξαίρεση. Μια ανάσα μόλις από το κέντρο της πόλης και τα πολυσύχναστα καφέ, άνθρωποι και σκουπίδια ένα. Αθίγγανοι, παιδιά ενός κατώτερου Θεού. «Εμείς δεν είμαστε άνθρωποι;» το μόνιμο παράπονό τους «Εμείς δεν είμαστε Έλληνες, γιατί δεν νοιάζονται για μας;» Ανεργία, ναρκωτικά, αναλφαβητισμός, φτώχεια κυριαρχούν στις ζωές αυτών των ανθρώπων. «Ο μπαμπάς μου είναι στη  φυλακή» λέει η μικρή Μαρία που χρόνια  τώρα πουλά χαρτομάντιλα  στους δρόμους της πόλης «δεν φταίει εκείνος, τον μπλέξανε». Ο πατέρας της, όπως και δεκάδες άλλοι από την ίδια γειτονιά βρίσκονται έγκλειστοι στις Δικαστικές Φυλακές Κομοτηνής, τα περιστατικά εγκληματικότητας  ποτέ δεν λείπουν. Η Μαρία,  όπως η πλειοψηφία των παιδιών της γειτονιάς, έτσι και εκείνη εγκατέλειψε νωρίς – νωρίς το σχολείο. «Θα μου άρεζε να πηγαίνω, να ξέρω κι εγώ γράμματα» λέει «τώρα, όμως, είναι αργά» προσθέτει και το βλέμμα της μελαγχολεί. Πολλά μικρά κορίτσια της γειτονιάς, αντί για τις τσάντες στα χέρια πιάνουν τα δικά τους  μωρά. Ανήλικες μητέρες, ετών δεκατριών και δεκατεσσάρων.

Παρά τις κατά καιρούς δοθείσες υποσχέσεις από την πολιτεία για μετεγκατάσταση του οικισμού δεκάδες οικογένειες εξακολουθούν να στοιβάζονται σε σπίτια από λαμαρίνες και χαρτόκουτα, με τους κανόνες υγιεινής να είναι ζητούμενο. Από το «ιστορικό» της γειτονιάς δεν λείπουν και υποθέσεις παράνομων υιοθεσιών ή πωλήσεων βρεφών, κάποιες από αυτές κατέληξαν  στην αίθουσα των δικαστηρίων, κάποιες άλλες σίγουρα δεν είδαν καθόλου το φως της δημοσιότητας. Πρωταγωνιστές και αθώα θύματα μαζί τα μικρά παιδιά. Θύματα όχι μόνο της φτώχειας και της αγραμματοσύνης των γονιών τους, αλλά κυρίως  της αδιαφορίας της πολιτείας. Φωνές και  χρώματα, γέλια και δάκρυα κι ένας ουρανός, αβάσταχτα μελαγχολικός, που τα σκεπάζει όλα…

Ο φίλος μου, ο Αμέτ…

OLYMPUS DIGITAL CAMERAΚανείς δεν θεωρείται ελεύθερος, αν δεν μπορεί να είναι συγχρόνως και δίκαιος. Αυτό είναι ο φίλος μου ο Αμέτ, ένας δίκαιος ελεύθερος άνθρωπος. Ανεβαίνουμε το βουνό μέρα βροχερή. Η ομίχλη γύρω σκεπάζει τα πάντα. «Άναψες  τα φώτα;» με ρωτά «Φοβάστε;» αστειεύομαι  «Δεν θέλω να χάσω την προσευχή μου Μαρία.» λέει ξανά «Αν είναι να θυμηθείτε κι εμένα στην προσευχή σας, οδηγώ αμέσως πιο προσεκτικά» του απαντώ.  Κανείς δεν θεωρείται δίκαιος, αν δεν μπορεί να είναι συγχρόνως και ελεύθερος. Αν κάτι διδάσκει καλά το βουνό όπου πέρασε τη ζωή του ο 85χρονος σήμερα   Αμέτ είναι αυτή ακριβώς η αίσθηση  ελευθερίας.

Αφήσαμε το καφενείο του πίσω και τους πρωινούς θαμώνες στενοχωρημένους με την απρόσμενη φυγή του αγαπημένου τους καφετζή. «Μήπως σας επισκέφτηκα λάθος μέρα;» τον ρωτώ τώρα εγώ ανήσυχη «στο χέρι μας είναι να την κάνουμε σωστή» λέει εκείνος και χαμογελά καλόκαρδα, ανυπόκριτα, φιλόξενα. Λένε πως η αληθινή γενναιοδωρία προς το μέλλον είναι να τα δίνεις όλα στο παρόν.  Αυτό είναι ο  κ. Αμετ, μια ζωή αφιερωμένη στο παρόν, των παιδιών του, των εγγονών του, των συγχωριανών του, των φίλων του, του τόπου.  Καλλιεργητής της γης, βοσκός, υλοτόμος και για πολλά χρόνια καφετζής. «Αν δουλεύεις τίμια, δεν πεινάς» λέει και τεντώνοντας το χέρι του  μου δείχνει σε ποιά βοσκοτόπια  πέρασε τα παιδικά του χρόνια. «Πουλήσαμε το κοπάδι όταν ήταν να πάω φαντάρος, δεν μπορούσε κανείς άλλος  στην οικογένεια να το αναλάβει». Τότε άφησε για πρώτη φορά και  το χωριό του «Όταν τέλειωσα την θητεία μου, δεν ήθελε  να φύγω ο διοικητής μου, τόσο πολύ με αγαπούσε» λέει κι αμέσως μετά, όταν στην πρώτη μας στάση, στην Εσοχή, τον καλωσορίζουν όλοι και τον φιλούν με σεβασμό σκέφτομαι πως ο διοικητής του δεν είναι ο μόνος που τον αγαπά.  Ένα ζεστό τσάι για το καλωσόρισμα, στην αρχή λίγες κουβέντες μαζί μου, πολλές με τον Αμέτ, σιγά- σιγά, όμως,  ο νοερός αυτός  κύκλος των ορεσίβιων  ανοίγει και οι εκμυστηρεύσεις για την περήφανη μοναχικότητά τους ξετυλίγονται παρουσία μου: Ο καινούργιος δρόμος,  που κάνει την επίσκεψη στην Κομοτηνή ευκολότερη, η ανεργία που διώχνει στο εξωτερικό  τους νέους, η λιγοστή παραγωγή και το πενιχρό εισόδημα, ο σιωπηλός χειμώνας και τα βιαστικά καλοκαίρια,  συνοδεία πάντα με εκείνο το γνώριμο «Δόξα το Θεό». Τα παιδιά, παρά το κρύο, τρέχουν πάνω κάτω στο δρόμο και κάποιες γυναίκες περνούν με  γρήγορο βηματισμό  μπροστά από το καφενείο και χάνονται πίσω από τους ψηλούς μαντρότοιχους.  Ο Αμέτ τους ακούει με προσοχή και γυρίζει προς τη μεριά μου  «εδώ πάνω  Μαρία οι άνθρωποι βρίσκουν τρόπους για να αντέχουν» λέει «έτσι τα κανονίζει  πάντα η ζωή.»

Στο γυρισμό οι κουβέντες του είναι λίγες σαν να αναμετρώνται μέσα του τα ανθρώπινα ερωτηματικά και η σιωπή του κόσμου,  ποιος ξέρει; Όταν τον αφήνω στο καφενείο του σουρουπώνει. Στέκεται στο κατώφλι και με αποχαιρετά σηκώνοντας το δεξί του  χέρι, δημιουργός ο ίδιος  και πρωταγωνιστής της ιστορίας του.